industrialize
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | industrialize |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | industrializes |
| αόριστος | industrialized |
| παθητική μετοχή | industrialized |
| ενεργητική μετοχή | industrializing |
industrialize (en) (αμερικανική γραφή)
- (μεταβατικό και αμετάβατο) εκβιομηχανίζω
The country industrialized rapidly after 1950.
- Η χώρα εκβιομηχανίστηκε ραγδαία μετά το 1950.
The government aims to industrialize the rural areas.
- Η κυβέρνηση επιδιώκει να εκβιομηχανίσει τις αγροτικές περιοχές.