inextricably
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- inextricably < inextricable + -ly
Επίρρημα
[επεξεργασία]| παραθετικά | |
| θετικός | inextricably |
| συγκριτικός | more inextricably |
| υπερθετικός | most inextricably |
inextricably (en)
- άρρηκτα, αναπόσπαστα
The personal and social development of the child are inextricably linked.
- Η προσωπική και η κοινωνική ανάπτυξη του παιδιού είναι άρρηκτα συνδεδεμένες.