Μετάβαση στο περιεχόμενο

inextricably

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
inextricably < inextricable + -ly

Επίρρημα

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός inextricably
συγκριτικός more inextricably
υπερθετικός most inextricably

inextricably (en)

  • άρρηκτα, αναπόσπαστα
    παράδειγμα  The personal and social development of the child are inextricably linked.
    Η προσωπική και η κοινωνική ανάπτυξη του παιδιού είναι άρρηκτα συνδεδεμένες.