inmate

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

inmate (en)

  • ο τρόφιμος (φυλακής, νοσοκομείου, πανεπιστημιακής εστίας)