insist
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | insist |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | insists |
| αόριστος | insisted |
| παθητική μετοχή | insisted |
| ενεργητική μετοχή | insisting |
Ρήμα
[επεξεργασία]insist (en)
- (μεταβατικό και αμετάβατο) επιμένω, απαιτώ να συμβεί κάτι ή να συμφωνήσει κάποιος να κάνει κάτι
I insist (that) you come with me.
- Επιμένω να έρθετε μαζί μου.
She insisted on him wearing a suit.
- Επέμενε να φορέσει κοστούμι.
- (μεταβατικό και αμετάβατο) επιμένω, δηλώνω ξεκάθαρα ότι κάτι ισχύει, ειδικά όταν οι άλλοι δεν με πιστεύουν
He insists on his innocence./He insists he is innocent.
- Επιμένει στην αθωότητά του.