Μετάβαση στο περιεχόμενο

insist

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας insist
γ΄ ενικό ενεστώτα insists
αόριστος insisted
παθητική μετοχή insisted
ενεργητική μετοχή insisting

insist (en)

  1. (μεταβατικό και αμετάβατο) επιμένω, απαιτώ να συμβεί κάτι ή να συμφωνήσει κάποιος να κάνει κάτι
    παράδειγμα  I insist (that) you come with me.
    Επιμένω να έρθετε μαζί μου.
    παράδειγμα  She insisted on him wearing a suit.
    Επέμενε να φορέσει κοστούμι.
  2. (μεταβατικό και αμετάβατο) επιμένω, δηλώνω ξεκάθαρα ότι κάτι ισχύει, ειδικά όταν οι άλλοι δεν με πιστεύουν
    παράδειγμα  He insists on his innocence./He insists he is innocent.
    Επιμένει στην αθωότητά του.