Μετάβαση στο περιεχόμενο

instigation

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
instigation instigations

instigation (fr) θηλυκό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

instigation (en)