Μετάβαση στο περιεχόμενο

intensively

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός intensively
συγκριτικός more intensively
υπερθετικός most intensively

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
intensively < intensive + -ly

Επίρρημα

[επεξεργασία]

intensively (en)