intern

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

intern (en)

  1. σπουδαστής που κάνει την πρακτική του εξάσκηση σε ένα επάγγελμα
  2. ειδικευόμενος γιατρός

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

intern (en)

  1. κρατώ, φυλακίζω