Μετάβαση στο περιεχόμενο

interrogate

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας interrogate
γ΄ ενικό ενεστώτα interrogates
αόριστος interrogated
παθητική μετοχή interrogated
ενεργητική μετοχή interrogating

interrogate (en)

  • ανακρίνω, υποβάλλω κάποιον σε πολλές ερωτήσεις για μεγάλο χρονικό διάστημα, ιδίως με επιθετικό τρόπο
    παράδειγμα  He was interrogated by the police for over 12 hours.
    Ανακρίθηκε από την αστυνομία για περισσότερες από δώδεκα ώρες.
    παράδειγμα  A little after our arrival, I was interrogated about my parents and our home life.
    Λίγο μετά την άφιξή μας, με ανέκριναν για τους γονείς μου και τη ζωή μας στο σπίτι.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη question