interrogate
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | interrogate |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | interrogates |
| αόριστος | interrogated |
| παθητική μετοχή | interrogated |
| ενεργητική μετοχή | interrogating |
Ρήμα
[επεξεργασία]interrogate (en)
- ανακρίνω, υποβάλλω κάποιον σε πολλές ερωτήσεις για μεγάλο χρονικό διάστημα, ιδίως με επιθετικό τρόπο
He was interrogated by the police for over 12 hours.
- Ανακρίθηκε από την αστυνομία για περισσότερες από δώδεκα ώρες.
A little after our arrival, I was interrogated about my parents and our home life.
- Λίγο μετά την άφιξή μας, με ανέκριναν για τους γονείς μου και τη ζωή μας στο σπίτι.
- ≈ συνώνυμα: → δείτε τη λέξη question