iom

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Επίρρημα

[επεξεργασία]

iom (eo)

  • λίγο
    mi havas iom da mono, έχω λίγα λεφτά