isolate
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | isolate |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | isolates |
| αόριστος | isolated |
| παθητική μετοχή | isolated |
| ενεργητική μετοχή | isolating |
Ρήμα
[επεξεργασία]isolate (en)
- (μεταβατικό) απομονώνω, διαχωρίζω κάποιον ή κάτι σωματικά ή κοινωνικά από άλλα άτομα ή πράγματα
We need to isolate the patient who has an infectious disease.
- Πρέπει να απομονώσουμε τον ασθενή που έχει μολυσματική νόσο.
After the death of his wife, he isolated himself./After the death of his wife, he became isolated.
- Μετά το θάνατο της γυναίκας του απομονώθηκε.
By adopting extreme views, the party isolated itself politically and lost many voters.
- Το κόμμα υιοθετώντας ακραίες απόψεις απομονώθηκε πολιτικά κι έχασε πολλούς ψηφοφόρους.
The prisoner was isolated from the others for security reasons.
- Ο κρατούμενος ήταν απομονωμένος από τους άλλους για λόγους ασφαλείας.
The country was isolated in the European Council.
- Απομονώθηκε η χώρα στο Συμβούλιο της Ευρώπης.
- (αμετάβατο) απομονώνομαι λόγω ασθένειας
You need to isolate for five days if you test positive.
- Πρέπει να απομονωθείς για πέντε ημέρες αν βγεις θετικός.
- ≈ συνώνυμα: self-isolate
- (μεταβατικό, επίσημο) απομονώνω, διαχωρίζω ένα μέρος μιας κατάστασης, προβλήματος, ιδέας κτλ., ώστε να δω τι είναι και να το αντιμετωπίσω ξεχωριστά
It is possible to isolate a number of factors that contributed to her downfall.
- Είναι δυνατόν να απομονώσουμε έναν αριθμό παραγόντων που συνέβαλαν στην πτώση της.
- (μεταβατικό) απομονώνω, διαχωρίζω μια μόνη ουσία, κύτταρο κτλ. από άλλα για να το μελετήσω
Scientists managed to isolate the microbe of the disease and fight it.
- Οι επιστήμονες κατάφεραν να απομονώσουν το μικρόβιο της ασθένειας και να το πολεμήσουν.