kadm

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

kadm 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

kadm (pl) αρσενικό

  1. (χημεία) το χημικό στοιχείο: κάδμιο