κάδμιο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κάδμιο < λόγιο ενδογενές δάνειο: νεολατινική cadmium < λατινική cadmia < αρχαία ελληνική καδμεία (μετάλλευμα ψευδαργύρου) < Κάδμος (μυθολογικός βασιλιάς της Θήβας)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κάδμιο ουδέτερο μόνο στον ενικό

  1. (χημεία) μεταλλικό χημικό στοιχείο με ατομικό αριθμό 48 και χημικό σύμβολο το Cd
πτώση ενικός
ονομαστική κάδμιο
γενική καδμίου
αιτιατική κάδμιο
κλητική κάδμιο
Κρύσταλλος καδμίου

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]