kapıcı

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Τουρκικά (tr) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

kapıcı < kapı (πόρτα) + -cı

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

kapıcı (tr)