kapłan

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

kapłan 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

kapłan (pl) αρσενικό, θηλυκό kapłanka

  1. ο ιερέας