kapłan

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

kapłan 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

kapłan (pl) αρσενικό, θηλυκό kapłanka