Μετάβαση στο περιεχόμενο

kaputt

Από Βικιλεξικό

Γερμανικά (de)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
kaputt < από την γαλλική φράση «être capot», που χρησιμοποιείται σε χαρτοπαίγνιο όταν ο παίκτης δεν έχει μπάζα [1] [2]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /kaˈpʊt/
ⓘ 

Επίθετο

[επεξεργασία]

kaputt (de) , συγκριτικός : kaputter, υπερθετικός : am kaputtesten

  1. χαλασμένος
    παράδειγμα Ich kann den Fernseher nicht einschalten, er ist kaputt!
         Δε μπορώ να ανοίξω την τηλεόραση, είναι χαλασμένη!
    ≈ συνώνυμα: defekt
    ≠ αντώνυμα: funktionell, heil, intakt
  2. σπασμένος, διαλυμένος
    παράδειγμα Beide Gläser sind kaputt. Wir brauchen neue.
         Και τα δυο ποτήρια είναι σπασμένα. Χρειαζόμαστε καινούργια.
    ≈ συνώνυμα: entzwei, zerbrochen
    ≠ αντώνυμα: ganz
  3. (μεταφορικά) κουρασμένος
    παράδειγμα Ich bin kaputt und kann die Wanderung nicht fortsetzen.
         Είμαι εξαντλημένος και δε μπορώ να συνεχίσω την πεζοπορία.
    ≈ συνώνυμα: erschöpft, müde

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Απόγονοι

[επεξεργασία]

kaputt (γερμανικά)

→ αγγλικά: kaput
→ νέα ελληνικά: καπούτ
→ ρωσικά: капут

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. ↑ kaputt - Duden online.
  2. ↑ kaputt @DWDS - Digitales Wörterbuch der deutschen Sprache [Ψηφιακό λεξικό της γερμανικής γλώσσας]. Berlin-Brandenburgische Akademie der Wissenschaften (BBAW) (Ακαδημία Επιστημών [και Ανθρωπιστικών Επιστημών] του Βερολίνου-Βρανδεμβούργου).