Μετάβαση στο περιεχόμενο

kilkanaście

Από Βικιλεξικό

Πολωνικά (pl)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]

kilkanaście < kilka + -naście

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Αριθμητικό

[επεξεργασία]

kilkanaście (pl)

  • (περιληπτικό) περίπου από έντεκα μέχρι δεκαεννιά, δέκα και κάτι