Μετάβαση στο περιεχόμενο

kluĉi

Από Βικιλεξικό

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
kluĉi < λείπει η ετυμολογία
ρήμα kluĉi
χρόνος μορφή ενεργητική
μετοχή
παθητική
μετοχή
ενεστώτας kluĉas kluĉanta kluĉata
αόριστος kluĉis kluĉinta kluĉita
μέλλοντας kluĉos kluĉonta kluĉota
υποθετική kluĉus - -
προστακτική kluĉu - -

kluĉi (eo)