kolombo
Εμφάνιση
Εσπεράντο (eo)
[επεξεργασία]| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | kolombo | kolomboj |
| αιτιατική | kolombon | kolombojn |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /koˈlom.bo/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : ko‐lom‐bo
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]kolombo (eo)
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]- kolombo στην εσπεράντο Βικιπαίδεια
