Μετάβαση στο περιεχόμενο

kombi

Από Βικιλεξικό

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
kombi < λείπει η ετυμολογία
ρήμα kombi
χρόνος μορφή ενεργητική
μετοχή
παθητική
μετοχή
ενεστώτας kombas kombanta kombata
αόριστος kombis kombinta kombita
μέλλοντας kombos kombonta kombota
υποθετική kombus - -
προστακτική kombu - -

kombi (eo)