komme

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

komme (de)

  1. 1ο ενικό πρόσωπο του ενεστώτα της ενεργητικής οριστικής του ρήματος kommen
  2. 1ο ενικό πρόσωπο του ενεστώτα της ενεργητικής υποτακτικής του ρήματος kommen
  3. 3ο ενικό πρόσωπο του ενεστώτα της ενεργητικής υποτακτικής του ρήματος kommen