Μετάβαση στο περιεχόμενο

komme

Από Βικιλεξικό

Γερμανικά (de)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

komme (de)

  1. 1ο ενικό πρόσωπο του ενεστώτα της ενεργητικής οριστικής του ρήματος kommen
  2. 1ο ενικό πρόσωπο του ενεστώτα της ενεργητικής υποτακτικής του ρήματος kommen
  3. 3ο ενικό πρόσωπο του ενεστώτα της ενεργητικής υποτακτικής του ρήματος kommen