Μετάβαση στο περιεχόμενο

kvinne

Από Βικιλεξικό

Νεονορβηγικά (nn)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό o κωδικός γλώσσας δεν υπάρχει για τα μέρη λόγου

[επεξεργασία]

kvinne (nn)

Νορβηγικά (no)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

kvinne (no)