laissez-passer

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

laissez-passer (fr) αρσενικό

  • άδεια ελεύθερης εισόδου, εξόδου, κυκλοφορίας