lao

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

lao (fr) αρσενικό

  1. (γλωσσολογία) γλώσσα που μιλιέται στο Λάος

Συνώνυμα[επεξεργασία]