laotien

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

laotien < Laos + -ien

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

laotien (fr) αρσενικό

  1. (γλωσσολογία) γλώσσα που μιλιέται στο Λάος
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: lao
  2. η γραφή της παραπάνω γλώσσας

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό laotien laotiens
θηλυκό laotienne laotiennes

laotien (fr)

  1. σχετικός με το Λάος