leniency
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]- η επιείκεια
My teacher grades with leniency.
- Ο καθηγητής μου βαθμολογεί με επιείκεια.
You abused my leniency and again came unprepared.
- Έκανες κατάχρηση της επιείκειάς μου και ήρθες πάλι αμελέτητος.