lepidlo

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Σλοβακικά (sk) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

lepidlo (sk) ουδέτερο

  1. η κόλλα



Τσεχικά (cs)[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

lepidlo (cs) ουδέτερο

  1. η κόλλα