lg
Εμφάνιση
Διεθνείς όροι (uni)
[επεξεργασία]
Συντομομορφή
[επεξεργασία]lg (en)
- (μαθηματικά) συνήθως συντομογραφία του binary logarithm (δυαδικού λογάριθμου), αλλά στην Γερμανική και Ρώσσικη βιβλιογραφία χρησιμοποιείται και για τον κοινό λογάριθμο (common logarithm) [1]