lievito

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

lievito (it)

  1. (γαστρονομία) (στην οινολογία) η μαγιά για να κάνουν τη ζύμη