lina

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

lina 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

lina (pl) θηλυκό

  1. σχοινί