livret

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Από το livre.

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

livret (fr) αρσενικό

  1. το βιβλιάριο
  2. το βιβλιαράκι