βιβλιάριο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βιβλιάριο βιβλιάρια
γενική βιβλιαρίου
& βιβλιάριου
βιβλιαρίων
& βιβλιάριων
αιτιατική βιβλιάριο βιβλιάρια
κλητική βιβλιάριο βιβλιάρια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βιβλιάριο < ελληνιστική κοινή βιβλιάριον < αρχαία ελληνική βιβλίον +κατάληξη υποκοριστικού -άριον

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βιβλιάριο ουδέτερο

  1. δεμένο έντυπο (σαν βιβλίο) μικρού σχήματος με χώρο στις σελίδες του για εγγραφές από διάφορες αρχές και υπηρεσίες με τις οποίες έρχεται σε επαφή ο κάτοχός του
    ο γιατρός μου έγραψε τη συνταγή στο βιβλιάριο του ΙΚΑ
    με τη νέα εκλογική νομοθεσία καταργήθηκαν τα εκλογικά βιβλιάρια
    γέμισε το βιβλιάριο τραπέζης και πρέπει να μου το αλλάξουν

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]