müde

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

müde 

Επίθετο[επεξεργασία]

müde (de) αρσενικό ή θηλυκό