Μετάβαση στο περιεχόμενο

machining

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

machining (en)

  1. μεταλλουργική επεξεργασία
  2. μηχανουργική επεξεργασία