malarstwo

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /maˈlarstfɔ/
Ήχος 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

malarstwo (pl)ουδέτερο

  1. η ζωγραφική

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

δείτε τη λέξη: malować