Μετάβαση στο περιεχόμενο

melken

Από Βικιλεξικό

Γερμανικά (de)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
 
 
 

melken (de)

  • melken - Duden online.
  • melken @DWDS - Digitales Wörterbuch der deutschen Sprache [Ψηφιακό λεξικό της γερμανικής γλώσσας]. Berlin-Brandenburgische Akademie der Wissenschaften (BBAW) (Ακαδημία Επιστημών [και Ανθρωπιστικών Επιστημών] του Βερολίνου-Βρανδεμβούργου).

Ολλανδικά (nl)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
 

melken (nl) (αόριστος : molk, παθ. μτχ. : gemolken)