Μετάβαση στο περιεχόμενο

miris

Από Βικιλεξικό

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

miris (eo)

  • αόριστος του ρήματος miri