moder

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Δανικά (da) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

moder (da)

  1. η μητέρα, η μάνα