mond

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αφρικάανς (af) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

mond (af) (πλ. monde)

  1. στόμα



Ολλανδικά (nl) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

mond 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

mond (nl) (πλ. monden) αρσενικό

  1. στόμα