morar

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πορτογαλικά (pt) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

morar (pt)

  1. κατοικώ, μένω