moutard

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

moutard (fr) αρσενικό

  1. (οικείο) παιδάκι

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

δείτε τη λέξη: enfant