mute
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]mute (en)
- η σίγαση
Παράγωγα
[επεξεργασία]
Λετονικά (lv)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- mute < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *mnt-, *ment- (μασάω, γνάθος, στόμα)
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈmuːtə/ ⓘ
- τυπογραφικός συλλαβισμός : mu‐te
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]mute (lv) θηλυκό