Μετάβαση στο περιεχόμενο

naivete

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

naivete (en)

  • η αφέλεια (ευπιστία, έλλειψη εμπειρίας, ορθής κρίσης)