natur

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: Natur

Δανικά (da)[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

natur (da)

  1. η φύση



Νορβηγικά (no) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

natur (no)

  1. η φύση



Σουηδικά (sv) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

natur 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

natur (sv)

  1. η φύση