neînțelegere

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ρουμανικά (ro) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

neînțelegere (ro) θηλυκό

  1. παρεξήγηση
  2. ασυμφωνία