noon

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

noon (en)

  1. το μεσημέρι, 12.00 μ.μ., ή, κατ' επέκταση, λίγη ώρα πριν και μετά από τις 12.00
    the fog usually burns off around noon and then it's nice in the afternoon

Δείτε επίσης[επεξεργασία]