Μετάβαση στο περιεχόμενο

objectivity

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
objectivity < objective + -ity

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

objectivity (en) (μη μετρήσιμο)

  • η αντικειμενικότητα
    παράδειγμα  Objectivity is important in scientific research.
    Η αντικειμενικότητα είναι σημαντική στην επιστημονική έρευνα.
    παράδειγμα  We try to maintain objectivity in evaluations.
    Προσπαθούμε να διατηρούμε την αντικειμενικότητα στις αξιολογήσεις.
     αντώνυμα: subjectivity