obywatel

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Poland.svg Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

obywatel 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

obywatel (pl) αρσενικό

  1. ο πολίτης, αυτός που έχει την υπηκοότητα μιας χώρας, που έχει πολιτικά δικαιώματα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]