odcięta

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

odcięta < odcięty

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

odcięta (pl) θηλυκό