opieka

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

opieka (pl) θηλυκό

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]
  • γ' ενικό οριστικής ενεστώτα του ρήματος opiekać