opieka

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

opieka 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

opieka (pl) θηλυκό

  1. η φροντίδα

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

  • γ' ενικό οριστικής ενεστώτα του ρήματος opiekać