orthodoxie

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɔʁ.tɔ.dɔksi/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

orthodoxie (fr) θηλυκό